χαλκῆ

χαλκῆ
χάλκεος
of copper
neut nom/voc/acc pl (attic epic)
χάλκεος
of copper
fem nom/voc sg (attic epic)
χαλκεύς
coppersmith
neut acc pl (epic)
χαλκεύς
coppersmith
masc nom/voc/acc dual
χαλκεύς
coppersmith
masc acc sg
χαλκεύς
coppersmith
neut nom pl (attic epic)
χαλκοῦς
of copper
neut nom/voc/acc pl (attic epic)
χαλκοῦς
of copper
fem nom/voc sg (attic epic)
χαλκοῦς
of copper
masc voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • Χάλκη — Sp Chálkė Ap Χάλκη/Chalki L s. ir g tė P. Sporadų ss., mst. C Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • χάλκη — Μεγαλοπρεπής οικοδομή η οποία ανεγέρθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αποτελούσε τα προπύλαια και την επίσημη είσοδο των βασιλικών ανακτόρων της Κωνσταντινούπολης, στη βορειοανατολική πλευρά του περιβόλου των ανακτόρων προς την πλατεία του… …   Dictionary of Greek

  • χαλκή — Μεγαλοπρεπής οικοδομή η οποία ανεγέρθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αποτελούσε τα προπύλαια και την επίσημη είσοδο των βασιλικών ανακτόρων της Κωνσταντινούπολης, στη βορειοανατολική πλευρά του περιβόλου των ανακτόρων προς την πλατεία του… …   Dictionary of Greek

  • χαλκῇ — χάλκεος of copper fem dat sg (attic epic) χαλκῆι , χαλκεύς coppersmith masc dat sg (epic ionic) χαλκοῦς of copper fem dat sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλκῆι — χαλκῇ , χάλκεος of copper fem dat sg (attic epic) χαλκεύς coppersmith masc dat sg (epic ionic) χαλκῇ , χαλκοῦς of copper fem dat sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διάκος, Αλέξανδρος — (Χάλκη 1911 – 1940). Υπολοχαγός του στρατού. Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που σκοτώθηκε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, ύστερα από τρεις ανακαταλήψεις ενός οχυρού (1 Νοεμβρίου 1940). Ο ανδριάντας του, έργο του γλύπτη Κ. Βαλσάμη, έχει στηθεί… …   Dictionary of Greek

  • Κρεμαστινός, Δημήτριος — (Χάλκη Δωδεκανήσου 1942 –). Γιατρός, πανεπιστημιακός και πολιτικός. Το 1968 ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, οπότε μετέβη στο πανεπιστήμιο του Χάμερσμιθ στην Αγγλία και πραγματοποίησε μεταπτυχιακό κύκλο… …   Dictionary of Greek

  • Μάνος, Δημήτριος — (Χάλκη Πριγκιποννήσων Κωνσταντινούπολης 1914 –). Εκπαιδευτικός και λογοτέχνης. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης και στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δίδαξε επί μία εικοσαετία (1935 55) σε ανώτερα σχολεία της Κωνσταντινούπολης… …   Dictionary of Greek

  • Δωδεκάνησα — Νησιωτικό σύμπλεγμα και νομός (2.663 τ. χλμ., 190.071 κάτ.) της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, με πρωτεύουσα τη Ρόδο. Βρίσκονται στο νοτιοανατολικό τμήμα του Αιγαίου πελάγους. Εκτείνονται Ν της Σάμου και της Ικαρίας έως το Λιβυκό πέλαγος και Α των… …   Dictionary of Greek

  • κάλχη — η (Α κάλχη και χάλκη και χάλχη) ο κοχλίας ή ο έλικας τού ιωνικού κιονοκράνου αρχ. 1. ο κοχλίας τής πορφύρας, το κοχλιοειδές μαλάκιο πορφύρα 2. η πορφύρα, η πορφυρή βαφή που βγαίνει από το μαλάκιο πορφύρα 3. το φυτό χρυσάνθεμο το στεφανωματικό που …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”